Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

"ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ"

Ένα πολύ "ακριβό" χειρόγραφο του Γιώργου Σταυριανού,
"Ήσουνα παιδί του ανέμου",
από το αρχείο των Μουσικών Προαστίων.








ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ


Στίχοι-Μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Σάκης Μελίτος

Ήσουνα παιδί του ανέμου
βασιλόπουλο Χριστέ μου
βραδινής βροχής το χάδι
πάνω στην πληγή.

Ασ' τον χρόνο να γυρίσει
παραμύθι να κυλήσει
φώτισε μου το σκοτάδι
φέρε την αυγή.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

"ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ" - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΖΙΜΗ ΠΑΝΟΥΣΗ, ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ



Ο ΤΖίΜΗΣ ΠΑΝΟύΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΙΚό ΣΚΟΥΦά (ΑΝέΚΔΟΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦίΑ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ)




Τζίμης Πανούσης: «Είμαστε σε πόλεμο, σε άμυνα, αντιστεκόμαστε με κάθε τρόπο»


Δημιουργικός και αεικίνητος, απρόβλεπτος πάντα, αφήνει για λίγο τις μουσικές σκηνές και ετοιμάζεται να εμφανιστεί ως Τρυγαίος στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Τον προλάβαμε λίγο πριν την Επίδαυρο (21-22 Ιουλίου), σ’ ένα διάλειμμα από τις πρόβες. Δηλώνει απελπισμένος, έχει απηυδήσει με τη «λεγόμενη αριστερά» και τα «κομματόσκυλα», αλλά δεν τα παρατάει: «Ή όλοι, ή κανείς». Ο Τζίμης Πανούσης, ο Τζιμάκος του τραγουδιού αλλά και του θεάτρου, στα Μουσικά Προάστια!


Τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο Σωτήρης Κακίσης και τον ευχαριστούμε θερμά γι’ αυτό.


Πώς προέκυψε η Επίδαυρος κύριε Πανούση;

Θέλω να ευχαριστήσω τη συγχωρεμένη τη μάνα μου γιατί αυτή είναι η αιτία που ενεπλάκην σε αυτή την υπόθεση. Είδε κάπου μια προκήρυξη του Εθνικού Θεάτρου που ζητούσαν ηθοποιούς και πήγα στην οντισιόν, ήμασταν 242 άτομα, στάθηκα τυχερός γιατί είχα κομματικό μέσο, απορριφθήκανε κάποιοι καλύτεροι από μένα που ήταν δεξιοί φιλελεύθεροι, εγώ ως παλιός αριστερός τέλος πάντων έχω κάποιες γνωριμίες και πήρα τον ρόλο του Τρυγαίου.

Και η «Ειρήνη» σαν έργο πώς σας φαίνεται;

Πρέπει να σας πω ότι έχω μελετήσει αρκετά Αριστοφάνη γιατί είμαστε συνάδελφοι κατά κάποιο τρόπο. Η «Ειρήνη», εντάξει, δεν είναι πολύ σπουδαίο το έργο, το ’γραψε παραγγελία ο Αριστοφάνης, το ’γραψε λίγο στο πόδι, αλλά δεν παύει να είναι ένα αριστούργημα. Είναι ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης ο Αριστοφάνης, όλοι το γνωρίζουμε, αν και το έργο δεν έχει παιχτεί ποτέ όπως πρέπει. Νομίζω ότι εμείς θα τα καταφέρουμε τώρα, ευελπιστώ, αν και είναι πολύ δύσκολο. Απ’ την αρχή να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είναι «Όρνιθες», που ευχαριστιέσαι πουλιά. Εδώ ένα πουλί έχουμε…

Αλλά ευχαριστιέσαι Αριστοφάνη!

Η ιδιοφυΐα του Αριστοφάνη έγκειται στο ότι πριν από 2.500 χρόνια έφτιαξε ένα όχημα, ένα σκαθάρι, το οποίο κινείται με μεθάνιο. Το μεθάνιο είναι το καύσιμο του μέλλοντος, το οποίο προέρχεται απ’ τα σκατά παντός είδους και προελεύσεως, ανθρώπων, ζώων, και τα λοιπά. Αυτό και μόνο είναι τρομακτικό.

Πώς πάει η δουλειά με την ομάδα;

Και με τον σκηνοθέτη, τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη, και με τον συνθέτη, τον Νίκο Κυπουργό, συμφωνήσαμε πάνω σε βασικά θέματα. Έχουμε όλοι λόγο, και οι ηθοποιοί, ο θίασος - ο οποίος είναι ένας εξαιρετικός θίασος από είκοσι άτομα, νέοι ηθοποιοί 20-30 χρονών. Εκεί έχω χαρεί, μέσα στην κατάθλιψη και την κατήφεια της αριστεράς, της λεγόμενης αριστεράς. Βλέπεις τα παιδιά αυτά, τα οποία μπορεί να είναι απλήρωτα από το ’11, δουλεύουνε τζάμπα, παρόλα αυτά είναι εξαιρετικής ποιότητας, με σπουδές έξω, εδώ, με καριέρες. Γι’ αυτό έχω χαρεί, γιατί βλέπω ότι τα παιδιά αυτά προσπαθούνε πάρα πολύ. Βέβαια, είναι η θλίψη που μας βαραίνει πολύ...

Τι σας βαραίνει;

Είναι αυτό που έλεγε κι ο φίλος μου, ο συγχωρεμένος ο Χουλιαράς. Τον ρωτήσανε αν είναι απογοητευμένος και είπε «Όχι, καθόλου, δεν είμαι απογοητευμένος, είμαι απελπισμένος». Έτσι είμαι κι εγώ τώρα. Υπάρχει αυτή η γενικευμένη θλίψη. Μας έχουνε φέρει σε μια κατάσταση τρομακτική. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν το φανταζόμουνα. Είμαι αναρχο-αυτόφωτος, και δεν περίμενα ποτέ αυτό που έχει καταφέρει ο Αλέξης ο Τσίπρας. Να σημειώσουμε - δεν ξέρω αν το γνωρίζει ο κόσμος - ότι ο Τσίπρας έγινε Κνίτης, γράφτηκε στην ΚΝΕ, το ’89 όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Μιλάμε για μια προσωπικότητα μοναδική, έχει γυναικεία περιφέρεια που σημαίνει επικίνδυνο άτομο, έχει καταστρέψει τους μικροαστείους, που λέω εγώ, έχει καταργήσει την ιδιοκτησία, αυτό το κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας, αυτό το μικροαστικό όνειρο, πληρώνουμε ενοίκιο στα σπίτια μας, τις δουλειές τις έχει καταστρέψει.

Έφερε τη μικροαστική καταστροφή!

Ένας νέος Μπακούνιν. Ο ίδιος βέβαια υποφέρει, είναι σε βαριά κατάθλιψη, αλλά εμείς είμαστε χειρότερα.

Λέτε να φτιάξει η κατάσταση;

Όλη αυτή η υπόθεση δεν θα λυθεί τώρα, θα περάσουν κάποια χρόνια ακόμα. Βλέπω τα παιδιά της ηλικίας του γιου μου, που είναι κοντά 30 χρονών, να είναι ευχαριστημένα ακόμα και με 300 ευρώ, στο καφενείο. Δεν τους βλέπω να ανησυχούνε πολύ, σε αντίθεση με την κόρη μου που είναι 8 χρονών. Όλα τα παιδάκια αυτά 8 - 10 χρονών τα βλέπω πιο έτοιμα να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να ξεβρομίσουν την κόπρο.

Είναι αλήθεια ότι την καλλιτεχνική σας πορεία την ξεκινήσατε ως ηθοποιός; Πώς μπλέξατε με το θέατρο;

Όχι ακριβώς ηθοποιός. Ερασιτεχνικά είχαμε στον Χολαργό έναν σύλλογο, τον ΠΟΜΝΕ - Πολιτιστικός Όμιλος Νέων Χολαργού - εκεί προς το τέλος της Χούντας, όπου παίζαμε Σουρή, διάφορα έργα. Είχαμε κάνει και μια ομάδα μαθημάτων, είχαμε βρει τον Χουβαρδά που σπούδαζε στο Λονδίνο τότε και ήρθε και μας έκανε μαθήματα. Και μετά μπήκα στη Θεατρική Συντεχνία όπου έπαιζα μουσικός και ηθοποιός, και γυρίσαμε την Ευρώπη με διάφορα έργα, κυρίως το «Ο Αλέκος και τα κυδώνια» που έπαιζε και ο Σπαθάρης. Πήγαμε Σκανδιναβία, Αγγλία, μετά παίξαμε διάφορα άλλα έργα, τον «Ερωτόκριτο»… Πριν από τριάντα χρόνια έκανα μια απόπειρα στη Θεσσαλονίκη, πήγα να ξεκουραστώ από τις παραστάσεις, και με τη Θεατρική Διαδρομή κάναμε τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη. Γυρίσαμε τη Βόρεια Ελλάδα, δεν κατεβήκαμε Αθήνα.

Αριστοφανική κωμωδία, όπερα, μιούζικαλ, «μουσική ονειροφαντασία». Σε τι ακριβώς θα συμμετέχετε στην Επίδαυρο;

Έχουμε βάλει μια συνθήκη, ότι όλα αυτά που γίνονται στη σκηνή είναι ένα όνειρο δικό μου, το όνειρο του Τρυγαίου, το όνειρο του Αριστοφάνη δηλαδή. Αυτό είναι μια συνθήκη δική μας, ας καταλάβει ό,τι θέλει ο θεατής. Είμαστε όντως κοντά στην όπερα, δεν είναι ακριβώς όπερα, αλλά έχει πάρα πολλά τραγούδια. Αποφεύγω να μιλάω τραγουδιστά γιατί το σιχαίνομαι, αλλά αναγκάζομαι!

Ο Νίκος Κυπουργός υπογράφει τη μουσική. Πώς σας φαίνεται αυτή η απρόσμενη συνεργασία σας;

Τον ξέρω από την εποχή του Χατζιδάκι. Μου αρέσει η μουσική του, όπως άρεσε και στον Μάνο. Έχει χιούμορ, κι έτσι τα βρήκαμε.




ΤΖίΜΗΣ ΠΑΝΟύΣΗΣ, ΑΘΗΝά ΑϊΔίΝΗ, ΜΥΡΤώ ΔΕΛΗΒΟΡΙά, ΦΟίΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙάΣ, ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ (ΑΝέΚΔΟΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦίΑ ΤΗΣ ΒΑΝέΣΣΑΣ ΖΟΥΓΑΝέΛΗ)



O Σωτήρης Κακίσης έχει γράψει για σας: «Μιλάει για τα πιο ουσιαστικά πράγματα χαριεντιζόμενος, σαν παιδί τ' ανακατεύει όλα, χωρίς καμία τύψη χώνεται παντού…». Υπό αυτή την έννοια, ο Αριστοφάνης μάλλον δεν βρίσκεται και πολύ μακριά σας, σωστά;

Εντάξει, οι αυτοπροσδιορισμοί δεν μου αρέσουνε, απλά ελπίζω να έχω την τύχη του Αριστοφάνη που πέθανε εξοστρακισμένος, εξόριστος, στον Μεσαγρό της Αίγινας κοιτώντας τον Ναό της Αφαίας. Θα ήθελα να είχα ένα τέτοιο τέλος.

Νοιώθετε λίγο απόβλητος σήμερα, εδώ;

Κοίτα να δεις, εγώ πιστεύω σ’ έναν λαό πατέρα παντοκράτορα. Πραγματικά. Πάντα εντυπωσιάζομαι και σέβομαι τα λαϊκά ήθη και έθιμα, ακόμα κι αν δεν συμφωνώ μαζί τους. Αγαπάω πολύ τον κόσμο, μ’ αγαπάει κι ο κόσμος, κι αυτή η αγάπη μετράει. Όταν γνωρίζεις τον καθέναν χωριστά, μπορεί λίγο να απογοητεύεσαι, αλλά όλοι μαζί λειτουργούμε διαφορετικά, κι αυτό είναι το μαγικό, κι αυτό με κρατάει σ’ αυτή τη δουλειά. Κάτι γίνεται με το κοινό, κάτι μαγικό, και το κοινό είναι αλάνθαστο. Προσπαθώ να το ερμηνεύσω κάθε φορά και δεν μπορώ. Είναι αυτό που είπε και ο Μπερτόδουλος ο Μπρεχτ - άλλος συνάδελφος αυτός, πιο άγριος: «Ή όλοι, ή κανείς». Μας έχουν ρίξει σ’ έναν λάκκο με φόρους και υποφέρουμε όλοι, ζούμε στο κυνήγι της καθημερινής επιβίωσης και αυτό δεν σ’ αφήνει να σκεφτείς, να πας λίγο παρακάτω. Ευτυχώς που έχουμε τις παραστάσεις και υπάρχει μια δημιουργική εκτόνωση, αλλά υπάρχει και τρομερό άγχος.

Ποια είναι η επικαιρότητα του μηνύματος της «Ειρήνης»; Είμαστε σε πόλεμο;

Ναι, είμαστε σε πόλεμο, νομίζω, είμαστε σε άμυνα. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτούς που έχουν αύρα και σ’ αυτούς που έχουν σαύρα. Αυτά τα δίποδα ερπετά τα οποία, με τα κροκοδείλια κέρδη τους, διαφεντεύουν εδώ τον πλανήτη και μας έχουν βάλει σε μια ταλαιπωρία απ’ την οποία δύσκολα θα απαλλαγούμε. Είμαστε ακόμα στην αρχή της ιστορίας, θέλουμε αρκετά χρόνια ακόμα για να βγούμε απ’ τον κροκόδειλο. Νομίζω ότι ο κόσμος βρίσκει πάντα τον τρόπο. Βέβαια, μπορεί να διαλέξει να μείνει και δούλος· υπάρχει κι αυτή η περίπτωση. Το λέει κι ο Αριστοφάνης στο έργο, ότι η ειρήνη είναι ένα μικρό διάλειμμα μεταξύ δύο πολέμων. Το ήξερε αυτό, γι’ αυτό και την έγραψε γρήγορα-γρήγορα την «Ειρήνη» του, γιατί ήξερε ότι θα ξανάρθει πόλεμος πάλι, και μάλιστα ο πιο άγριος, ο εμφύλιος πόλεμος. Τώρα είμαστε σε πόλεμο, σε άμυνα, αντιστεκόμαστε με κάθε τρόπο. Δεν ξέρω. Με το θέατρο, ίσως; Αν βρούμε και κάνα πεντακοσάρικο να πάρουμε κάνα Καλάσνικωφ από την Ομόνοια… γιατί λαός οπλισμένος ποτέ νικημένος.

Εντάξει, και όπλο να μην βρούμε, έχουμε τον υπουργό μας της Εθνικής Άμυνας: όπλα αγοράζει, μπουφάν παραλλαγής φοράει, πιλοτάρει κιόλας, κάνει δηλώσεις...

Χομπίστας, χομπίστας, αυτός είναι χομπίστας!

Δεν νοιώθετε ανεβασμένος; Δεν σας βγάζει μια σιγουριά, μια ασφάλεια όταν τον βλέπετε;

Ναι, μου βγάζει μια ασφάλεια τραβηγμένη από χειροβομβίδα, έτοιμη να εκραγεί. Επικίνδυνο άτομο.

Μουσικά τι ετοιμάζετε για τον χειμώνα;

Τον Οκτώβρη θα παίξουμε στον «Μύλο» στη Θεσσαλονίκη, μετά θα είμαστε τον Νοέμβριο όλο στο «Κύτταρο», και μετά θα πάμε έξω μια μικρή περιοδεία και βλέπουμε. Αλλά τώρα το βασικό είναι αυτό, το θέατρο. Είμαστε τρεις μήνες σε πρόβες καθημερινές, μόνο Δευτέρα ρεπό, οχτάωρες πρόβες κάθε μέρα. Είναι δύσκολο πολύ.

Σας ακούω πάντως «ζεστό», μου φαίνεται ότι έχετε «ψηθεί» με το καλοκαιρινό σας πρότζεκτ.

Ναι, μου αρέσει πολύ. Κυρίως, όπως σου είπα, λόγω των νέων παιδιών που παίζω μαζί. Είναι εξαιρετικά.

Τι κρατάει έναν νέο άνθρωπο στην τέχνη, σήμερα, στην Ελλάδα;

Η απόγνωση. Η απόγνωση, και το ότι δεν έχει να κάνει κάτι άλλο. Δεν μπορεί να κάτσει να μαραζώσει στο σπίτι του, κάτι πρέπει να κάνει. Κοίτα, εγώ γυρίζω με τις παραστάσεις τις μουσικές σε όλη την Ελλάδα. Η κατάσταση είναι όπως δεν τη φαντάζεσαι. Γίνεται ένα πλιάτσικο, παντού, και κυρίως στην τοπική αυτοδιοίκηση. Παίζουμε σε χώρους λεηλατημένους, έχουνε πάρει τις τουαλέτες, έχουνε πάρει τις πόρτες. Μιλάμε για πλιάτσικο από τα κομματόσκυλα τρίτης διαλογής που είναι στην αυτοδιοίκηση, εκτός απ’ το μεγάλο πλιάτσικο που γίνεται από τα «εκλεγμένα» - σε εισαγωγικά - κομματόσκυλα με τα μπόνους. Είμαστε έρμαια στα χέρια των κομματόσκυλων. Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτούς… είναι συμμορίες βαθιά ριζωμένες… Εξάλλου, όλο το έργο του Αριστοφάνη είναι ένας λίβελλος, ένα άγριο υβρεολόγιο - πολύ πιο άγριο απ’ το δικό μου - προς τα κομματόσκυλα και τους βουλευτές.

Η ΑΕΠΙ είναι μια κατάσταση σαν αυτή που περιγράφετε;

Με βοήθησε ο Αλλάχ και δεν ήμουνα ποτέ στην ΑΕΠΙ, δεν έχω καμία σχέση μ’ αυτά. Δεν πήγα ποτέ, κι ούτε πρόκειται. Μπορεί να έχανα κάποια χρήματα, αλλά δεν ήθελα να έχω νταβατζή.

Με δυο κουβέντες, τι ακριβώς έγινε με τις Μουσικές Ταξιαρχίες;

Εμείς είχαμε φτιάξει το συγκρότημα, μας φώναξε ένας μαγαζάτορας να παίξουμε για μια μέρα, και παίξαμε χωρίς ρεπό 370 παραστάσεις σερί. Ο κόσμος μας κράτησε και μας έβγαλε σ’ αυτή τη δουλειά.

Στην Πλάκα, ε;

Στην Πλάκα, ναι, στο Skylab, και μετά στη Λήδρα.

Και η παρέα πώς μαζεύτηκε;

Ήμασταν φίλοι από το σχολείο, από τον Χολαργό. Από τον σύλλογο ξεκίνησε.

Δημιουργικά, ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;

Κάνουμε διάφορα, έχουμε έτοιμα πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέρω πώς θα τα κυκλοφορήσω.

Σας έχει επηρεάσει η κατάσταση στη δισκογραφία;

Σίγουρα. Μας ξεφτιλίσανε οι εφημερίδες βάζοντας μέσα τη δουλειά μας ως δώρο, που δεν το κατάλαβα ποτέ γιατί να πρέπει να προσφέρω τη δουλειά μου δωρεάν. Ξεκίνησε αυτό από εκεί, μετά λόγω του διαδικτύου η δισκογραφία τελείωσε. Όταν είχα ένα συμβόλαιο και έπρεπε να παραδώσω 60 τραγούδια τον χρόνο, αυτό με βοήθαγε. Όταν ήσουν υποχρεωμένος να το κάνεις, ήταν δημιουργικό - έτσι δουλεύω εγώ.

Για απόγνωση είπαμε, για απελπισία επίσης… Πού βλέπετε τη διέξοδο κύριε Πανούση;


Στην αυτοδιαχείριση, στην άμεση δημοκρατία, απλά πράγματα. Τώρα με την τεχνολογία μπορούμε να τα καταφέρουμε κι ας είμαστε πολλοί. Λένε ότι η άμεση δημοκρατία λειτούργησε στην Αρχαία Αθήνα επειδή τότε ήτανε λίγοι. Δεν είναι έτσι. Ακόμα και με τα τερματικά που έχουμε στα προπατζίδικα για το Στοίχημα, μπορούμε να ψηφίζουμε για το οτιδήποτε. Εδώ κάνανε ένα δημοψήφισμα, μια έκφραση της βούλησης του λαού, και το γράψανε εκεί που δεν πιάνει μελάνι - πάλι τα κομματόσκυλα…




Ο ΤΖίΜΗΣ ΠΑΝΟύΣΗΣ ΤΟ 1990 ΠΕΡίΠΟΥ (ΑΝέΚΔΟΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦίΑ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ)



Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΗ





«Ό,τι διαλέξεις, αυτό θα χαρείς κι αυτό θα πληρώσεις»


Συνέντευξη με τον Γιάννη Μακρή



"Να μείνω να φύγω" σε στίχους Άρη Πλιού, ενορχήστρωση Νίκου Μερτζάνου, και τα υπόλοιπα δικά του. Γίνεται συνέντευξη με ένα τραγούδι; Γίνεται. Και φροντίστε να σημειώσετε το όνομα του νέου συνθέτη και ερμηνευτή στο τεφτέρι σας, γιατί έρχονται και τα επόμενα. Ο κύριος Γιάννης Μακρής.


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


- Τι είναι αυτό που ωθεί έναν νέο τραγουδοποιό να πληρώσει την παραγωγή των τραγουδιών του και ενός βίντεο-κλιπ; Τι θέλετε να πετύχετε μπαίνοντας στο τραγούδι, κύριε Μακρή;

Νομίζω πως στις μέρες μας, απ' τη στιγμή που βάζεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι και ονειρεύεσαι, κάτι τέτοιο είναι μονόδρομος. Είναι δεδομένο ότι εσύ θα τα κάνεις όλα. Δεν υπάρχουν πια ευκαιρίες. Σίγουρα κάνεις κάποια άλλη δουλειά για να μπορείς να επενδύεις στο όνειρό σου. Δεν θέλω να πετύχω κάτι συγκεκριμένο. Το μόνο που θέλω είναι να κάνω αυτό που λέει η καρδιά μου. Να σκαρφίζομαι στιχάκια, μελωδιούλες και να τα λέω στον κόσμο.

- Και τι έχετε συναντήσει μέχρι σήμερα; Ποια είναι η κατάσταση που συναντά ένας νέος δημιουργός στον συγκεκριμένο χώρο;

Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω. Ακούω και βλέπω διάφορα. Στον βαθμό όμως που είμαι σε αυτό το χώρο και ασχολούμαι αυτήν την στιγμή, η κατάσταση είναι ακριβώς όπως εγώ την ορίζω. Σίγουρα είναι ένας χώρος που έχει συνδυαστεί με αρκετό χρήμα και ακόμα και στις μέρες μας όλοι κάτι τέτοιο ψάχνουν. Αυτό που λέω εγώ είναι ότι αν δεν δημιουργήσεις, δε θα αποκτήσεις.








- Η μελωδία που καταθέτετε στο «Να μείνω να φύγω» έχει κάτι το εξόχως επικό. Συνδέεται αυτή η επιλογή με κάποια ακούσματά σας, ίσως;

Αυτή η μελωδία είναι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσεις την αίσθηση μιας βόλτας στις περιοχές της Αθήνα όπου έχω ζήσει κάποια πράγματα. Είναι ένα κεφάλαιο που ήθελα να κλείσω και τα κατάφερα με αυτόν τον τρόπο.

- Σπουδάσατε τραγούδι στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Τι αποκομίσατε από τις σπουδές σας, πέρα από την ευνόητη τεχνική βελτίωση;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι εκεί γνώρισα Δασκάλους, με «Δ» κεφαλαίο, σε αντίθεση με αυτούς των σχολικών χρονών για τους οποίους έχω εντελώς άλλη άποψη. Γνώρισα Δασκάλους που αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν και το κάνουν πάρα πολύ καλά. Αυτό είναι η μεγαλύτερη μου σπουδή.

- Εύκολα ανιχνεύει κάποιος μια αβίαστη θεατρικότητα τόσο στην ερμηνεία όσο και στην παρουσία σας στο βίντεο-κλιπ. Έχετε κάποιο θεατρικό υπόβαθρο; Απλή σύμπτωση;

Μάλλον είναι απλά μια σύμπτωση. Η θεατρικότητα είναι κάτι που μου αρέσει σε άλλους καλλιτέχνες, και μου αρέσει πολύ κι εμένα γιατί γράφω τα τραγούδια μου σαν μια σκηνή. Οπότε, έτσι, προσπαθώ να φτιάξω την ενέργεια της στιγμής.

- Το «Να μείνω να φύγω» είναι ένα κατεξοχήν ερωτικό τραγούδι, με λυπημένο τέλος. Τι έχει υπάρξει για σας ο έρωτας; Και ποιο το τίμημά του;

Εδώ θα σου πω ότι δεν είναι ούτε ερωτικό, μα ούτε και στενάχωρο. Είναι ένα τραγούδι που μιλά για την εσωτερική δύναμη. Και με αυτή την αφορμή γράφτηκε. Είναι η στιγμή που παίρνεις την απόφαση να προχωρήσεις μπροστά. Ο έρωτας πάντα θα είναι χαρά και πάντα λύπη, γιατί απλά είναι κάτι που ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Όπως λέει και η Κιτσοπούλου, «είναι φονικό που ζωντανό σε αφήνει». Όσο για το τίμημα… ό,τι διαλέξεις, αυτό θα χαρείς και αυτό θα πληρώσεις. Η κάθε επιλογή είναι μάθημα και το κάθε μάθημα όταν γίνει πάθημα είναι κάτι. Προσωπικά, με τις επιλογές μου πια τα έχω φτάσει σε μια ισορροπία. Σαν απ’ το μηδέν να ξαναρχίζω για να κάνω λιγότερα λάθη.

- Του δισκογραφικού σας ντεμπούτου προηγήθηκαν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις. Σας αρέσουν τα live; Σε ποια μέρη σάς πετυχαίνουμε πιο τακτικά;

Είναι αλήθεια, προτιμώ τα live  από τα στούντιο. Στα live νιώθω πιο καλά, πιο άνετα. Αυτή είναι και η δυσκολία μου. Πάντα πρέπει να συγκεντρώνω τα χρήματα για να πληρώσω τους μουσικούς που θα είναι μαζί μου. Όποτε συγκεντρώνω ένα ποσό, προσπαθώ να βρω τους μουσικούς και ένα μαγαζί που θα μου ανοίξει τις πόρτες του, από το Κελάρι και την Αρχιτεκτονική έως την Σφίγγα, ίσως και τον Σταυρό του Νότου, το Χυτήριο, κάπου εκεί.

- Τι περιλαμβάνουν τα επόμενα βήματά σας; Θα συνεχίσετε στο concept των μεμονωμένων τραγουδιών, ή έχετε κάτι ευρύτερο στο συρτάρι σας;

Έχω γύρω στα 9 ακόμα τραγούδια που έχω γράψει. Σίγουρα στους επόμενους δύο μήνες θα βγάλω ένα ακόμα. Μετά, ίσως τα βγάλω όλα μαζί. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα.

- Και τελικά, ποια απάντηση δίνετε στο δικό σας ερώτημα; Θα μείνετε ή θα φύγετε; Και γιατί;

Λέω να μείνω, αφού αυτή ήταν μια αφορμή να πάω προς τα εμπρός. Θα μείνω. Για μένα, τουλάχιστον, αυτή είναι η καλύτερη απάντηση: θα μείνω για την μεγάλη μου αγάπη, τη μουσική.





Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΤΟ KOYARTETO ΣΤΗ "ΣΦΙΓΓΑ" ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΚουARTέτο
"εν τη ρύμη των ήχων"

Tετάρτη 31 Μαΐου στις 21:00 μ.μ.
στην μουσική σκηνή Σφίγγα

H Λίνα Νικολακοπούλου παρουσιάζει το ΚουARTέτο
στο πρόγραμμα "εν τη ρύμη των ήχων"

Tέσσερις δεξιοτέχνες μουσικοί, γνωστοί από τις πολλές και σημαντικές συνεργασίες τους, ενώνουν τις μουσικές τους αγωνίες, εμπειρίες και  επιθυμίες δημιουργώντας το ΚουARTέτο. Ένα μουσικό πρόγραμμα με συνθέσεις των Astor Piazzolla, Richard Galliano, Nicola Piovani, Loui Bacallov, Mάνου Χατζιδάκι,  Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρου Ξαρχάκου, Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά. Συνθέσεις που πραγματεύονται την αγάπη, την έρωτα, το θάνατο και το μυστήριο γεννώντας εικόνες «εν τη ρύμη των ήχων» την Τετάρτη 31 Μαΐου στην μουσική σκηνή Σφίγγα.

Το ΚουARTέτο αποτελούν οι
Βασίλης Δρογκάρης (ακορντεόν), Βασιλική Μαζαράκη (βιολί), Κώστας Παπακωστόπουλος (κιθάρα), Θανάσης Σοφράς (κοντραμπάσο)

Συμμετέχουν η Αργυρώ Καπαρού, ο Γιάννης Παλαμίδας, η Ζωή Παπαδοπούλου, η Λίλη Ριτσώνη και η Ηρώ Σαΐα

Επιμέλεια προγράμματος - ενορχήστρωση: Βασίλης Δρογκάρης
Παραγωγή: Μετρονόμος

Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής
(είσοδος στον πεζόδρομο Κιάφας 13)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 2114096149, 6987844845
sfigamusic@gmail.com

Ώρα έναρξης: 21.00

Τιμή εισόδου στο μπαρ: 12 ευρώ με μπύρα ή κρασί

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΓΙΩΤΑ ΝΕΓΚΑ (2014)




Γιώτα Νέγκα:
«Μπορεί να μου πάρουν το σπίτι μου· δεν θα μου πάρουν την ψυχή μου»



Μια μεγάλη λαϊκή ερμηνεύτρια, μια από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές σήμερα, και μία καλλιτέχνιδα με θαυμαστή συνέπεια στο έργο της και στη δημόσια παρουσία της. Αφορμή για την κουβέντα που ακολουθεί στάθηκε ο δίσκος «Καινούργιο φιλί», σε μουσική Θέμη Καραμουρατίδη και ερμηνεία δική της. Η κυρία Γιώτα Νέγκα, σε μια κουβέντα πάντα στον ενικό - κατ’ απαίτησή της.


Τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό τον Ιούλιο του 2014)



Η τελευταία μου εικόνα σου, οπτικά, είναι η παρουσία σου σε ένα αφιέρωμα της εκπομπής «Στην υγειά μας» για τον Δημήτρη Μητροπάνο. Σε θυμάμαι πολύ φορτισμένη. Γιατί;

Ήταν μια πάρα πολύ συγκινητική βραδιά. Είδα πολλούς συναδέλφους δακρυσμένους, κι εγώ είχα μια τρομερή ένταση, δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Μου λείπουν πολλά από τον Μητροπάνο. Μου λείπει που δεν μπόρεσα να γνωρίσω τον άνθρωπο Μητροπάνο - όσοι τον έζησαν, βίωσαν την παλληκαριά του και το κιμπαριλίκι του. Τον καλλιτέχνη Μητροπάνο τον έχω γνωρίσει ερήμην του. Ονειρευόμουν τη συνεργασία που είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την επόμενη σεζόν, γιατί είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον κι εγώ πετούσα στα σύννεφα που θα μπορούσα να κερδίσω περισσότερο χρόνο δίπλα του.

Τι μας έδωσε ο Μητροπάνος;

Ο Μητροπανος έφερε μια στιβαρότητα στο τραγούδι. Δεν μπορείς ποτέ να κρύψεις τι είσαι. Τα μάτια ό,τι μπορούν να δουν το βλέπουν. Στον Μητροπάνο βλέπαμε όλοι αυτό που ήταν, δεν μπορούσε να το κρύψει. Ακόμα κι όταν θύμωνε, θύμωνε παλικαρίσια.

Την ίδια βραδιά που στο ένα κανάλι τραγουδούσες Δήμο Μούτση και Δημήτρη Παπαδημητρίου, στο άλλο είχε την Eurovision. Ήταν λίγο κωμικοτραγικό, έκανα ζάππινγκ και έβλεπα τις δυο πλευρές μιας χώρας. Αφενός, την Ελλάδα του λαϊκού τραγουδιού και του Μητροπάνου, κι αφετέρου την Ελλάδα της Eurovision και της απερίγραπτης υποκουλτούρας - εγχώριας και εισαγόμενης. Τελικά, γίναμε Ευρώπη;

Αν δεν νοιώσουμε πόσο Ελλάδα είμαστε, δεν μπορούμε να γίνουμε τίποτα, ούτε Ευρώπη, ούτε Αμερική, ούτε Ζιμπάμπουε. Φοβόμαστε και διώχνουμε μακριά ό,τι δικό μας, θέλουμε να ενστερνιστούμε ό,τι ξένο. Να κατανοήσω τα δικά μου, για να δανειστώ, να ενσωματώσω, να αναπτύξω, να διανθίσω. Δεν γίνεται χωρίς κορμό να βάλεις λουλούδια. Να τραφούν πώς; Να είναι αληθινά πώς; Μόνο τα πλαστικά μπορούν να σταθούν κάπου που δεν είναι ριζωμένα. Έχουμε μια τεράστια αγωνία να δείξουμε επιφανειακά πόσο λαμπεροί και πόσο μπροστά μπορούμε να είμαστε, και ξεχνάμε ότι για να πάμε μπροστά πρέπει να περπατήσουμε. Προσπαθούμε να κάνουμε άλματα με το κεφάλι. Δεν γίνεται έτσι.

Είναι σημαντικό να επιστρέφεις στη ρίζα;

Εγώ δεν νοιώθω ότι έχω φύγει από τη ρίζα. Τον ξέρω τον πυρήνα μου και τον αποδέχομαι με τα θετικά και τα αρνητικά του, τα φωτεινά και τα σκοτεινά του. Ο πυρήνας μου είναι λαϊκός, και δεν είναι λαϊκός μόνο επειδή ηχεί δίπλα ένα μπουζούκι. Είναι λαϊκός γιατί έχω μεγαλώσει σε μια λαϊκή συνοικία, επειδή έχω ζήσει τη γειτονιά, τη βοήθεια, το κουτσομπολιό, τα γέλια το βράδυ όλοι μαζί. Έχω ζήσει με ανθρώπους δίπλα μου και κοντά μου.

Πώς ήταν στο Αιγάλεω και στον Κορυδαλλό;

Γεννήθηκα πάνω στην Άγια Μαρίνα, εκεί που είναι τώρα το μετρό. Μεγάλωσα σ’ ένα χωματόδρομο, μια ανηφόρα που τελείωνε σε μια εκκλησία. Σπάγαμε τα γόνατά μας, λερωνόμασταν, και το βράδυ μαζευόμασταν όλοι, παιδιά και γονείς, και παίζαμε παιχνίδια, και ήμασταν όλοι μαζί. Τα μεσημέρια έβγαινα στην αυλή και ξάπλωνα σ’ ένα δέντρο που είχε γείρει στην αυλή, και ηρεμούσα. Αυτές τις εικόνες τις κουβαλάω, θυμάμαι τις μυρωδιές, θυμάμαι τραγούδια, κι αυτό βοηθάει να συνειδητοποιώ και ποια είμαι. Δεν χρειάζεται να μείνω σ’ αυτό που ήμουν. Αν ξέρω όμως αυτό που είμαι, το παίρνω μαζί μου και μπορώ να πάω παρακάτω, όπου επιλέξω.

Οι γειτονιές αυτές τι απέγιναν;

Δόθηκαν αντιπαροχή. Χάθηκε αυτή η συνοχή της μικρής κοινωνίας, όπως χάθηκε η συνοχή της οικογένειας, λόγω της κατάστασης και του κυνηγιού των χρημάτων. Ήρθε η αποξένωση και η ιδέα ότι ο καθένας μπορεί και μόνος του. Πειστήκαμε ότι μπορούμε να είμαστε μόνοι μας. Και τελικά μας τράβηξαν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια και συνειδητοποιούμε τώρα τη μικρότητά μας. Και ψάχνουμε απ’ την αρχή να στήσουμε γειτονιές.

Βλέπεις να στήνεται από την αρχή η αλληλεγγύη;

Πρόσφατα,  ήμασταν στο Γκάζι με το ΚΕΘΕΑ και τους Γιατρούς του Κόσμου για να μαζέψουμε φάρμακα. Ήταν χιλιάδες κόσμου, νέα παιδιά και μεγαλύτεροι, με τους Encardia, με τις μπάντες του ΚΕΘΕΑ, της Στροφής, της Παρέμβασης. Αυτό για μένα είναι μια κίνηση γειτονιάς. Ευρύτερα, παρατηρώ ότι υπάρχει η τάση να απλώσουμε το χέρι στον άλλον, ακόμα και στην τέχνη μας, και στη μουσική. Τα οικονομικά είναι τόσο δύσκολα, οι δουλειές φθίνουν διαρκώς, είναι έως και ανύπαρκτες. Μέσα σ’ αυτό όμως ακούς «ρε παιδιά δεν πειράζει, αφήστε τα λεφτά, να το κάνουμε κι ότι βγει». Ελπίζω να απλώσει παντού αυτή η ιδέα. Αλλά χρειάζεται συνειδητοποίηση.







Ο δίσκος «Καινούργιο φιλί» υμνήθηκε σαν μια επιστροφή στο καλό λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι παράδοξο όλοι να πίνουν νερό στο λαϊκό και σαν κοινωνία να παράγουμε το λαϊκο-ποπ και τη χυδαιότητα;

Αυτό που ενοχλεί εμένα είναι ο μονόδρομος. Καθοδηγηθήκαμε σαν κοινωνία. Όταν άρχισε να γίνεται βομβαρδισμός όλων των δυτικών στοιχείων και να βαφτίζονται «νέο-λαϊκά» πράγματα που σαν στόχο είχαν να κρατήσουν τον όρο αλλά να αποξενωθούν από τους κώδικες και τα νοήματα τα λαϊκά, και όταν σε νέους καλλιτέχνες τάζονται γκλαμουριές και επιτυχία, αυτό είναι σαν μια κακή συνήθεια που το μαθαίνεις, όπως τη μαθαίνει ένα παιδί. Αυτό δεν έγινε τυχαία. Όταν έφυγαν οι τελευταίοι λαϊκοί, δεν επιτράπηκε να αντικατασταθούν από νεότερους. Κι αυτό έγινε και με το παραδοσιακό τραγούδι, τον θησαυρό μας, επειδή επί Χούντας χόρευαν τσάμικο. Ήρθαν πάρα πολλά ξενόφερτα στοιχεία που αλλοίωσαν κάποια πράγματα, και οι γενιές που βρίσκονταν σε ηλικία που θα μπορούσαν να γνωρίσουν το χθες, δεν τους επετράπη να το κάνουν. Γνωρίζω ανθρώπους που μέχρι τα σαράντα τους άκουγαν μόνο το κυρίαρχο στυλ, και ξαφνικά μέσα από ένα τραγούδι ανακάλυψαν τον Σαββόπουλο, τον Λοΐζο και τον Μούτση. Ανακάλυψαν τον κόσμο και είπαν «Χριστέ μου, πού βρισκόμουν αυτό τον καιρό;». Γενιές ολόκληρες ποτίστηκαν με αυτό το «νέο-λαϊκό» υβρίδιο, το οποίο φυσικά σαν υβρίδιο εξελίχτηκε και έφερε αυτό που έφερε.

Σε προσβάλλει όλο αυτό;

Δεν έχω κάτι εναντίον του οποιουδήποτε που μπορεί και να με προσβάλλει. Έχω όμως κάτι εναντίον αυτού που επιτρέπει και δίνει χώρο στον άλλον για να με προσβάλλει. Είχαμε τρεις γλάστρες λαϊκού τραγουδιού που άνθιζαν. Φέραμε άλλες τέσσερις γλάστρες με μπόλι και τις βάλαμε δίπλα. Τραβήξαμε το λαϊκό στη σκιά, αυτό σταμάτησε να ανθίζει γιατί δεν είχε ήλιο, μετά άνθισαν τα άλλα, κι εμείς λέγαμε «δεν είναι καλές γλάστρες αυτές». Οι εταιρείες δεν έπαιρναν τις γλάστρες γιατί δεν πουλάγανε. Μα οι ίδιες οι εταιρείες είχαν βάλει τις γλάστρες στη σκιά και προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι «αυτό θέλει ο κόσμος». Όχι, δεν θέλει αυτό ο κόσμος. Αυτό βρίσκει ο κόσμος, μόνο, και το μαθαίνει. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, ο πατέρας μου στο σπίτι έβαζε από παραδοσιακό τραγούδι μέχρι Θεοδωράκη κι από Σπανό και Λοΐζο μέχρι Τσιτσάνη και Παπαϊωάννου, και πήγαινε μέχρι το τότε «σκυλάδικο», Κόλλια, Φλωρινιώτη.

Ή και Κοντολάζο - σημαντική λαϊκή φωνή που αδικήθηκε από το ρεπερτόριο που τραγούδησε.

Ναι, και Κοντολάζο. Υπήρχε σαν λουλούδι της εποχής κι αυτό, αλλά το θέμα είναι η δοσολογία. Δεν επέβαλλε κανείς τις δοσολογίες, ήταν ελεύθερη η επιλογή. Κι άκουγες δέκα τραγούδια άλλων, και ένα του Κοντολάζου, και τον αγαπούσαμε κι αυτόν σ’ αυτό το ένα που επιλέγαμε να ακούσουμε. Θυμάμαι να βγαίνουμε, να γλεντάμε και στον Φλωρινιώτη. Κανένας δεν μου επέβαλλε μετά να ακούω μόνο Φλωρινιώτη. Αυτό άλλαξε, έφυγε η ελευθερία της επιλογής, και γι’ αυτό νοιώθω ότι το πράγμα είναι καθοδηγούμενο. Έλεγες ότι θα πάρεις τέσσερα κόκκινα άνθη και ένα λευκό. Τώρα σου λένε ότι θα πάρεις μόνο ένα είδος, μόνο λευκά.

Όταν άκουσα το νέο σου δίσκο, είπα μέσα μου: «Επιτέλους, δύο άνθρωποι που δεν κλαψουρίζουν για το ότι ‘δεν γράφονται λαϊκά τραγούδια σήμερα’, αλλά αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, να γράψουν και να τραγουδήσουν οι ίδιοι λαϊκά τραγούδια.

Εγώ πάντα ποθούσα να πω λαϊκά, μελωδικά τραγούδια. Καλοί και άγιοι οι παλιοί, αλλά εμείς τι κάνουμε; Κι όταν ρώτησα τον Θέμη «τι θα γίνει, στην τρίτη μας προσπάθεια θα τα καταφέρουμε;», μου απάντησε: «θέλω ένα σημερινό λαϊκό δίσκο, βαρέθηκα τα μνημόσυνα, σιχάθηκα τα μουσεία». Και κάναμε με πλήρη συνείδηση έναν λαϊκό δίσκο με όλα του τα χρώματα και όλες του τις εκφράσεις, για να νιώσουμε κι εμείς ότι βάζουμε ένα κρικάκι στο τραγούδι που τιμούμε κι αγαπούμε. Ο Θέμης πήγε ένα βήμα παραπέρα: πάντα έδειχνε, και με τις προηγούμενές του δημιουργίες, με τη Νατάσσα, με την Ελεωνόρα, πόσο αγαπά, πόσο σέβεται και γνωρίζει αυτό το πράγμα. Και ήρθε η στιγμή να το εκφράσει με μένα - που έχω έναν πιο λαϊκό πυρήνα απ’ τα κορίτσια, και μια μεγαλύτερη σύνδεση με τα παλιά.

Τι βρήκες στον Καραμουρατίδη;

Ο Θέμης δεν έχει κόμπλεξ, δεν κλείνεται μέσα σε τοίχους και σε τοιχάκια. Σ’ αυτόν, λοιπόν, βρήκα το ταλέντο του και την ειλικρίνειά του. Βρήκα κάποιον που δεν ντρέπεται να πει ότι είναι συνδεδεμένος με τον Ζαμπέτα, με τον Καλδάρα, κι ας μην του φαίνεται.

Με τον Ζαμπέτα σαν να του φαίνεται λίγο περισσότερο…

Στο τραγούδι «Καινούργιο φιλί». Αλλά μην ξεχνάς ότι ο Νίκος Κατσίκης, σπουδαίος βιρτουόζος και με ζαμπετική πενιά, ανέδειξε ακόμα περισσότερο τη σύνδεση με τον Ζαμπέτα.

Από το δίσκο, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση το «Σερί» και το «Δίκιο μου», δύο τραγούδια σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου. Σαν να μας χρωστούσε κάτι εδώ και καιρό ο στιχουργός.

Μιας και ανέφερες αυτά τα δύο τραγούδια, θα ήθελα να πω ότι τα ονειρευόμουνα καιρό να τα τραγουδήσω. Ως προς το «Δίκιο μου», με αυτή τη θεματολογία κι αυτό το λόγο, ήταν σημαντικό για μένα να πω αυτό που νοιώθω και που βιώνουμε όλοι μας. Απ’ την άλλη μεριά, το «Σερί», ήταν μια απίστευτη έκπληξη για μένα. Δεν το είχε έτοιμο ο Ιωάννου, το έγραψε όταν είχαμε μπει στο στούντιο και δουλεύαμε τα υπόλοιπα τραγούδια. Έρχεται μια μέρα και μου λέει: «εχθές το βράδυ σε σκεφτόμουνα, και σκεφτόμουνα το τι ξέρω για σένα, και το πώς έχουν γίνει κάποια πράγματα στη ζωή σου». Κι όταν το διάβασα, γύρισα και του είπα «Παναγία μου, αν μπορούσα να γράψω, αυτό θα έγραφα για μένα». Είναι πολύ, μα πάρα πολύ σημαντικό στην ψυχή μου αυτό το τραγούδι. Και είναι και θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο έγραψε τη μουσική ο Θέμης. Επέλεξε μια τέτοια μουσική έτσι ώστε να μην το βαρύνει, να το ισορροπήσει. Έχει μνήμες το τραγούδι αυτό, με πάει στα παράλια, στη Σμύρνη, με δένει με αυτό, μαζί με την προσωπική μου ιστορία.

«Δεν έχει τέλος το σερί / πήρα το λίγο για πολύ». Και σαν χώρα, το ίδιο πήραμε. Αλήθεια, πώς βίωσες την Ελλάδα του Πέτρου Κωστόπουλου, των τζιπ και της Ολυμπιάδας;

Σαν ένα πανηγύρι το βίωσα, αλλά όχι πανηγύρι παλαιού τύπου· ένα πιο γκλαμουράτο πανηγύρι. Προσπαθούσα να καταλάβω τι καλό μπορούσε να βγάλει όλο αυτό, και δεν μπορούσε η λογική μου να απαντήσει. Θυμάμαι την τελετή στους Ολυμπιακούς, θυμάμαι τα έργα, αλλά και πόσο μεγάλη θλίψη είναι που σαπίζουν όλα τώρα πια. Αντί να πούμε ότι πονούσαμε, δείχναμε στολίδια. Γιατί και τότε η ελληνική κοινωνία πονούσε, απλά δεν είχε φανεί τόσο πολύ. Εγώ βίωσα ότι κάτι προβληματικό είχε αρχίσει να ξεκινάει ήδη από το 1993, το 1994. Πολύ σιγά, πολύ αργά, ένιωθα ότι το πράγμα αλλάζει. Το είδα μέσα απ’ τη δουλειά μου, τη διάθεση του κόσμου, την πολιτική του κράτους. Είχα ένα μαγαζί τότε, και παρατηρούσα μια τάση καθοδική. Ούτε που φανταζόμουν βέβαια ότι θα χρειάζονταν είκοσι χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Αναφέρεσαι στο «Έμμετρο»;

Ναι. Το «Έμμετρο» ήταν μια κίνηση φίλων και συνεργατών. Δύο φίλοι αγόρασαν ένα μαγαζί και ήθελαν να κάνουν μουσική σκηνή. Όμως, δεν ήξεραν καθόλου τα μουσικά, και μου πρότειναν να το αναλάβω και να μπω σαν συνεταίρος. Αυτό ξεκίνησε το ’90, εγώ έφυγα το ’96 γιατί τραγουδούσα έξι χρόνια, κάθε βράδυ, και ένιωσα κάπου ότι έμενα στάσιμη. Το μαγαζί έμεινε ανοιχτό μέχρι το 2000.

Σκέφτεσαι να ξαναφτιάξεις με μια παρέα έναν χώρο δικό σου, ένα στέκι;

Διαβάζεις τις σκέψεις μου, ε; Το έχω σκεφτεί και το σκέφτομαι για το μέλλον. Θέλω μια αγκαλιά, ένα μικρό χώρο, οικείο, όπου να μπορώ εκεί μέσα μαζί με τους φίλους μου να παίζουμε μουσική, τρώμε, να διαβάζουμε, να συζητάμε, να βλέπουμε πίνακες ζωγραφικής, να παίζουμε σκάκι - και τάβλι, ε, όχι μόνο σκάκι.

Θα τραγουδήσεις στη Μικρή Επίδαυρο τραγούδια της μετανάστευσης. Πώς σου φαίνεται που ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι φεύγουν για σπουδές και δουλειά στο εξωτερικό;

Η ιστορία κύκλους κάνει και πάντα κύκλους έκανε. Είμαστε πενήντα χρόνια πίσω, ξανά. Το έχουμε ξαναζήσει σαν έθνος, σαν χώρα, και φτάσαμε πάλι στο ίδιο σημείο. Πώς να μου φαίνεται; Αδειάζει η χώρα.

Και το success story;

Μα φυσικά! Κάποιοι ζουν το προσωπικό τους success story, αλλά δεν κάνουμε όλη την ίδια ζωή, δεν ζούμε όλοι το ίδιο πράγμα. Εγώ δεν κάνω την ίδια ζωή μαζί τους, ούτε ο διπλανός μου, ούτε ο καλοντυμένος κύριος που βγαίνοντας το πρωί ψάχνει στη γωνία τα σκουπίδια.

Αντιγράφω από το «Δίκιο μου», πάλι σε στίχους Ιωάννου: «εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα / ανοίγω και δεν βλέπω ουρανό». Πού βλέπεις ουρανό; Πού η διέξοδος;

Έχω πάρει μια απόφαση: μπορεί να μου πάρουν το σπίτι, μπορεί να μην έχω να φάω, μπορεί να μην έχω να ντυθώ. Την ψυχή μου όμως δεν θα την πάρουν. Έκλεισα την τηλεόραση γιατί δεν δεχόμουν άλλο να με τρομοκρατούν για κάτι που δήθεν πρόκειται να έρθει, και να περνάει «στα ψιλά» αυτό που βιώνουμε σήμερα. Δεν μπορώ να δεχτώ να έχω κατάθλιψη για κάτι ομιχλώδες, και να μην έχω τη δύναμη να αντιμετωπίσω αυτό που έχω απέναντί μου. Είπα όχι. Συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθούσα σε talk show διανοούμενους και δημοσιογράφους, και σκέφτηκα με το μικρό μου το μυαλό: τόσοι άνθρωποι γνώστες, τόσοι σπουδαγμένοι, πώς είναι δυνατόν με όλους αυτούς να πηγαίνουν χειρότερα τα πράγματα; Και αποφάσισα να μην τους ακούω όλους αυτούς, και να αφουγκραστώ αυτό που βιώνω.

Άρα ουρανός σου είναι η προσωπική σου αφύπνιση;

Ναι. Αποφάσισα να προσπαθήσω να καταλάβω μόνη μου ό,τι μπορώ, με τη δική μου ταχύτητα, και όχι να τρώω τη μασημένη τροφή που μου δίνουν.



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ GADJO DILO (2015)





Gadjo Dilo:
«Το swing δεν ήταν κι ούτε είναι μόνο ανέμελο»

Το ρεύμα του gypsy swing και της διασκευής ρεμπέτικων, κυρίως, τραγουδιών σε αυτό το ύφος έχει γίνει ιδιαίτερα ορμητικό τα τελευταία χρόνια, αποκτώντας μεγάλο και ένθερμο κοινό. Οι Gadjo Dilo - ο Κώστας Μητρόπουλος (κιθάρα), ο Σωτήρης Πομόνης (κιθάρα), ο Νίκος Βλάχος (κοντραμπάσο), ο Σέργιος Χρυσοβιτσάνος (βιολί), ο Γιώργος Τσιατσούλης (ακορντεόν) και η Ηλιάνα Τσαπατσάρη (τραγούδι) - είναι ένα από τα γνωστότερα και δεινότερα συγκροτήματα gypsy swing στη χώρα μας.


Τη συνέντευξη έλαβε γραπτά ο Ηρακλής Οικονόμου
("Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό τον Μάιο του 2015)



Ποια είναι η μουσική «καταγωγή» των μελών του συγκροτήματος; Τι κουβάλησε ο καθένας στην ομάδα;

Όλοι είμαστε μουσικοί εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε πολλές και διαφορετικές επιρροές. Έχουμε ασχοληθεί με το rock, την jazz, και όλα τα παράπλευρα είδη! Ο Κώστας έχει σπουδάσει jazz κιθάρα και για πολλά χρόνια η ηλεκτρική κιθάρα ήταν το κυρίως όργανό του. Ο Σωτήρης έχει και αυτός σπουδάσει ηλεκτρική κιθάρα και εκτός από τους Gadjo Dilo, είναι μέλος του progressive rock συγκροτήματος September Code. O Γιώργος έχει σπουδές στο κλασσικό ακορντεόν, με μακρά θητεία στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό, και είναι και μέλος του ethnic jazz συγκροτήματος  Go Jam Group. O Σέργιος έχει κλασσικές σπουδές στο βιολί, παίζει ηλεκτρική κιθάρα, και είναι ενορχηστρωτής· έχει κάνει ενορχηστρώσεις για την συμφωνική της ΕΡΤ και την London Philarmonic Orchestra, ενώ ήταν και μέλος του electro σχήματος Futuristic με τον Νίκο Πατρελάκη. Ο Νίκος ξεκίνησε παίζοντας κλασσικό βιολί, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με το ρεμπέτικο παίζοντας διάφορα όργανα, και με το ηλεκτρικό μπάσο έπαιζε και παίζει με διάφορα σχήματα - rock, funk, fusion, reggae - και ήταν μέλος του ethnic jazz progressive σχήματος Paradoxonia. H Ηλιάνα εδώ και πολλά χρόνια παίζει σε διάφορες μουσικές σκηνές ανά την Ελλάδα, κυρίως pop, rock, funk και jazz. Όλοι είμαστε επαγγελματίες μουσικοί και έχουμε συνεργαστεί με πολλούς επώνυμους καλλιτέχνες στο παρελθόν αλλά και τώρα.

Πώς και πότε συναντηθήκατε; Πώς πήρατε την απόφαση να πείτε «ξεκινάμε»;

Ο Κώστας με τον Σωτήρη είναι φίλοι από παιδιά· μαζί μάθανε κιθάρα, μαζί έφτιαχναν συγκροτήματα από μικροί, και κάποια στιγμή ο Κώστας «κόλλησε» με τον Django και παρέσυρε τον Σωτήρη αλλά και τον Νικο που τους ενώνει μακρά φιλία. Το καλοκαίρι του 2009 ξεκίνησαν πρόβες και εμφανίσεις σε διάφορα μπαράκια και σκηνές ανά την Ελλάδα, και στη συνέχεια ήρθε ο Σέργιος, και μετά ο Γιώργος και η Ηλιάνα.

Δεν χρειάστηκε να πάρουμε καμιά απόφαση. Έχουμε ξεκινήσει όλοι εδώ και πολλά χρόνια το μουσικό μας ταξίδι και θα το συνεχίσουμε γιατί είμαστε μουσικοί. Δεν κάνουμε κάτι άλλο, αυτή είναι η ζωή μας, κι αν σταματήσουμε να παίζουμε τότε κάτι κακό θα έχει συμβεί!

Τι σας συγκίνησε στην ταινία Gadjo Dilo, που έδωσε και το όνομα του συγκροτήματος;

Οι χαρακτήρες των ηρώων της ταινίας. Την είδαμε αρκετές φορές και μας άρεσε πολύ!

Είναι το gypsy swing μόδα; Αν ναι, σας ενοχλεί που αποτελείτε μέρος της; Αν όχι, πώς εξηγείτε αυτή τη ραδιοφωνική, δισκογραφική και συναυλιακή έκρηξη του είδους;

Το gypsy swing είναι πλέον μόδα από το 2000 και μετά, παγκόσμια, ενώ στην Ελλάδα ξεκίνησε το 2007-8 με τους Hot Club de Grece του Γιάννη Λουκάτου. Το 2010 μαζευτήκαμε όλα τα σχήματα του είδους και κάναμε το πρώτο Django Festival στην Ελλάδα, στο Gagarin, και ήταν sold out. Τότε τα σχήματα ήταν εφτά. Αυτή την στιγμή έχουν γίνει πέντε φεστιβάλ στην Αθήνα, τρία στη Θεσσαλονίκη και ένα στην Πάτρα, και τα σχήματα είναι πάνω από 30 - οπότε ναι, το κάναμε μόδα, και μακάρι να εξαπλωθεί κι άλλο!

Οι λόγοι που ένα είδος αναβιώνει είναι πολλοί. Ο κύριος λόγος όμως είναι ότι αναβιώσεις των δεκαετιών του ’50, του ’60, του ’70, ακόμα και του ’80, έχουν γίνει και έχουν ακουστεί τα είδη που αντιπροσωπεύουν αυτές τις δεκαετίες. Όμως, αναβίωση των δεκαετιών του ’30 και του ’40 δεν είχε γίνει έως το 2000. Στα τέλη του ’90 στις ΗΠΑ άρχισε η αναβίωση του jump swing και στην Ευρώπη του gypsy swing, και ο κόσμος το αγκάλιασε και το αγάπησε γιατί ήταν κάτι διαφορετικό αλλά και τόσο οικείο!






Πώς επιλέχθηκε το ρεμπέτικο ως βάση των διασκευών σας; Γιατί ο Τσιτσάνης;

Δεν έχουμε κάνει μόνο ρεμπέτικο! Έχουμε διασκευάσει και λαϊκά αλλά και ελαφρολαϊκά τραγούδια στο δίσκο μας! Αυτό που κάνουν οι μουσικοί της jazz είναι να παίρνουν μια γνωστή μελωδία, να την εναρμονίζουν διαφορετικά από το πρωτότυπο, να της αλλάζουν το ρυθμό, και να αυτοσχεδιάζουν πάνω στην φόρμα της μελωδίας. Αυτό κάνουμε και εμείς, μόνο που αντί για τα αμερικανικά στάνταρντς το κάνουμε με ελληνικές μελωδίες. Μας αρέσει και ο Τσιτσάνης και πολλοί άλλοι. Κάνουμε διασκευές μόνο σε μελωδίες που πιστεύουμε ότι μπορούν να αποδοθούν και με τον τρόπο μας - δεν γίνονται όλα swing.

Μπορεί το «Κάνε λιγάκι υπομονή» με τη συγκεκριμένη φορτισμένη ιστορία του, με τα συγκεκριμένα νοήματα, να γίνει η πρώτη ύλη για ένα ανέμελο swing;

To swing δεν ήταν κι ούτε είναι μόνο ανέμελο! Δημιουργήθηκε από τους Αφροαμερικανούς της Βορείου Αμερικής και εκφραστήκαν μέσα απ αυτό η καταπίεση και ο ρατσισμός που οι μαύροι βίωναν εκείνη την εποχή! Το gypsy swing δημιουργήθηκε από τσιγγάνους της Ευρώπης, που κι αυτοί ήταν και είναι θύματα ρατσισμού και κοινωνικών διακρίσεων. Άλλωστε, η δύναμη της τέχνης είναι ο μετασχηματισμός μιας άσχημης κατάστασης, ενός αρνητικού γεγονότος, σε κάτι όμορφο! Και μην ξεχνάτε ότι και την reggae την ακούνε και την χορεύουν στα beach bar αλλά οι στίχοι των πιο γνωστών τραγουδιών είναι κοινωνικοί!

Έχετε συμμετάσχει με επιτυχία σε μεγάλα φεστιβάλ στο εξωτερικό. Πόσο «ανοιχτό» προς το νέο είναι το ελληνικό κοινό σε σχέση με τους ακροατές που έχετε συναντήσει έξω;

Είναι πολύ πιο ανοιχτοί οι ξένοι σε αυτό που παίζουμε απ’ ό,τι οι Έλληνες, γιατί είναι στην κουλτούρα τους αυτό. Λόγω παιδείας - έχουν καλύτερη μουσική παιδεία απ’ ό,τι εμείς - καταλαβαίνουν καλύτερα τι κάνουμε.

Συγχωρέστε μου την απλούστευση: παίζετε για να περάσετε το ρεμπέτικο στους «ξένους», ή την gypsy jazz στους «ιθαγενείς»;

Παίζουμε γιατί μας αρέσει να παίζουμε. Μας αρέσει η gypsy jazz και στην πορεία είδαμε ότι αντί για ξένες μελωδίες μπορούμε να βάλουμε ελληνικές, και έτσι γεννήθηκε και το άλμπουμ μας με τίτλο ‘Manouche De Grec’. Σίγουρα, το ότι παίζουμε τα κομμάτια που έχουμε διαλέξει μας δίνει ταυτότητα σε σχέση με τα άλλα σχήματα που παίζουν gypsy jazz, κι αυτό ήταν και το ζητούμενο!

Ο αγαπημένος σας Django Reinhardt έπαιζε κιθάρα, λέει, με δύο δάχτυλα εντελώς παράλυτα, καμένα. Τι θέληση, αλήθεια, είχαν τέτοιες προσωπικότητες! Βρίσκετε στο πρόσωπό του ένα πρότυπο όχι μόνο μουσικό, αλλά και ανθρώπινο;

Μια τέτοια προσωπικότητα είναι πηγή έμπνευσης όχι μόνο για εμάς, όπως καταλαβαίνετε, αλλά για τον κάθε ένα που ακούει ή παίζει jazz.

Πώς είναι για ένα νέο συγκρότημα να δημιουργεί εν μέσω κρίσης, τέλους δισκογραφίας, έλλειψης παραγωγών και εταιρειών, και κυριαρχίας του free downloading; Συναντάτε δυσκολίες, κι αν ναι, ποιες είναι αυτές;

Υπάρχουν δυσκολίες αλλά και μεγάλες ευκαιρίες. Πάντως, είναι δύσκολο για εμάς να βρούμε χώρους και να παρουσιάσουμε την μουσική μας, γιατί είμαστε πολυάριθμο σχήμα και αυτό ανεβάζει το κόστος.

Κάποιοι - για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου - λένε ότι οι διασκευές συνιστούν μια εύκολη λύση σε μια εποχή έλλειψης πρωτογενούς δημιουργίας. Τι απαντάτε;

Στην jazz, η διασκευή είναι κάτι πολύ πολύ συνηθισμένο. Άλλωστε, ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της είναι διασκευές από μουσική των μιούζικαλ, και όλοι οι μουσικοί που ασχολούνται με αυτό το είδος παίζουν «διασκευές». Από την άλλη, πάντα οι πιο νέοι μουσικοί έπαιζαν τα κομμάτια των παλαιοτέρων και έτσι έφερναν τους νεότερους σε επαφή με το παλαιότερο.

Σκοπεύετε να παρουσιάσετε κάποια στιγμή αμιγώς δικές σας συνθέσεις, όπως το Miss L με το οποίο κλείνει και ο δίσκος; Σας αφορά μια τέτοια πρόκληση, μουσικά αλλά και στιχουργικά ίσως;


Θα δούμε στο μέλλον!